Meaning of στραγγιστήρι | Babel Free
Ορισμοί
- ειδικό σκεύος που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα των νερών και το σούρωμα
- ειδικό σκεύος που χρησιμοποιείται για ν’ ακουμπήσουμε τα πλυμένα πιάτα, για να στραγγίσουν και να στεγνώσουν
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.