Meaning of στραβούλιακας | Babel Free
Ορισμοί
εκείνος που δεν βλέπει καλά, που φοράει γυαλιά και π.χ. εμπλέκεται σε ένα ατύχημα ή πέφτει πάνω σε κάποιον άλλον
offensive, vulgar
Παραδείγματα
“Δεν έβλεπες την τύφλα σου στραβούλιακα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.