Meaning of στραβολαιμιάζω | Babel Free
/stra.vo.leˈmia.zo/Ορισμοί
- γίνομαι (προσωρινά) στραβολαίμης, κουράζεται ο λαιμός μου και πιάνεται
- προκαλώ στραβολαίμιασμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.