Meaning of στοχασιά | Babel Free
/sto.xaˈsça/Ορισμοί
-
η σκέψη, το να σκέφτομαι vulgar
-
το να ενεργεί κανείς ύστερα από μελέτη και με σύνεση vulgar
-
βαθιά σκέψη, η ιδιότητα του στοχαστικού vulgar
Παραδείγματα
“το ζήτημα αντιμετωπίστηκε με στοχασιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.