Meaning of στολκάρω | Babel Free
Ορισμοί
-
παρακολουθώ μανιακά και ασταμάτητα όλες τις ενέργειες ενός προσώπου, προκειμένου να μάθω όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής broadly, informal, internet-slang
-
κατασκοπεύω τους λογαριασμούς κάποιου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ή γενικότερα στο διαδίκτυο broadly, informal, internet-slang
-
κατασκοπεύω κάποιον στην καθημερινότητά του general, informal, internet-slang
Παραδείγματα
“Έκανα σαν τρελή από ζήλια και κατέληξα να στολκάρω τα σχόλιά του στο facebook και στο instagram για μήνες!”
“Σε παρακαλώ, σταμάτα να με στολκάρεις. Δεν έχεις αφήσει ήσυχο κανένα από τα λήμματα που επεξεργάζομαι!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.