Meaning of στοιχειοθετημένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει στοιχειοθετηθεί, τεκμηριωθεί
- το κείμενο που είναι έτοιμο να τυπωθεί, καθώς τα τυπογραφικά στοιχεία έχουν τεθεί στις σωστές θέσεις
Ισοδύναμα
English
Typeset
Παραδείγματα
“η κατηγορία δεν ήταν επαρκώς στοιχειοθετημένη και αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι”
“※ Επειδή κάθε τύπωμα έχει κατά κανόνα: κολοφώνα του τυπογραφείου Κασιμάτη και Ιωνά, έντυπον αύξοντα αριθμό ή έντυπη σελιδαρίθμηση, και κείμενο στοιχειοθετημένο με ελζεβίρ των 10, αλλά και επειδή... (Γιώργος Π. Σαββίδης, Οι Καβαφικές εκδόσεις (1891-1932): περιγραφή και σχόλιο: βιβλιογραφική μελέτη, εκδ. Ίκαρος 1992, σελ. 300)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.