Meaning of στιγμιαίος | Babel Free
Ορισμοί
- που διαρκεί μια στιγμή, πολύ σύντομος
- που παρασκευάζεται πολύ γρήγορα
- στιγμιαίος μέλλοντας: ρηματικός χρόνος που φανερώνει ότι μια πράξη θα γίνει στο μέλλον χωρίς να γίνεται αναφορά στη διάρκειά της· ο συνοπτικός μέλλοντας
Παραδείγματα
“μια στιγμιαία παρόρμηση”
“στιγμιαίος καφές”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.