Meaning of στεφανώσουν | Babel Free
/ste.faˈno.sun/Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
- θα στεφανώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στεφανώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.