Meaning of στεφάνωμα | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στεφανώνω
- η τοποθέτηση στεφανιού σε κεφαλή
- το πάντρεμα, η τοποθέτηση των στέφανων στο κεφάλι των μελλονύμφων κατά τη σχετική θρησκευτική τελετή του γάμου
Παραδείγματα
“※ Απόγινε, όταν του ’φυγε η γυναίκα του, τρεις μέρες μετά το στεφάνωμα. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.