HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στεφάνωμα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στεφανώνω
  2. η τοποθέτηση στεφανιού σε κεφαλή
  3. το πάντρεμα, η τοποθέτηση των στέφανων στο κεφάλι των μελλονύμφων κατά τη σχετική θρησκευτική τελετή του γάμου

Παραδείγματα

“※ Απόγινε, όταν του ’φυγε η γυναίκα του, τρεις μέρες μετά το στεφάνωμα. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στεφάνωμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course