Meaning of στεριανός | Babel Free
/ster.ʝaˈnos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- κάποιος που μένει στη στεριά, στην ηπειρωτική χώρα, κι όχι σε νησί ή παραθαλάσσια περιοχή
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Στεριανού)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.