Meaning of στερεότυπο | Babel Free
/ste.ɾeˈo.ti.po/Ορισμοί
- συμβατικός και απλουστευτικός χαρακτηρισμός που αποδίδεται στα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων και βασίζεται σε γενικεύσεις
- στερεοτυπία
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Τα φυλετικά και εθνοτικά στερεότυπα εντοπίζονται συχνά σε μικρές στιγμές της καθημερινότητας.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.