Meaning of στερεοφωνικό | Babel Free
Ορισμοί
συσκευή που αναπαράγει (ή και εγγράφει) μουσική, περιλαμβάνοντας κάποια απόντα παρακάτω: σιντί πλέιερ, usb, ραδιόφωνο, κασετόφωνο, ηχεία, ενισχυτή κ.λπ.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.