Meaning of στενότητα | Babel Free
/steˈno.ti.ta/Ορισμοί
- η ιδιότητα του στενού
- εγγύτητα
-
έλλειψη, ανεπάρκεια, έλλειψη εύρους figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“στενότητα χώρου”
“στενότητα σχέσεων”
“στενότητα οικονομικών πόρων”
“※ Ο διαχωρισμός των πολιτών σε ενοικιαστές γης και ενοικιαστές υποστατικών έγινε γιατί ο νόμος προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τη στενότητα στέγης προστατεύοντας τους πολίτες από εκμετάλλευση (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 9, 1991, σελ. 5658)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.