HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στενότητα | Babel Free

Noun CEFR B2
/steˈno.ti.ta/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του στενού
  2. εγγύτητα
  3. έλλειψη, ανεπάρκεια, έλλειψη εύρους
    figuratively

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“στενότητα χώρου”
“στενότητα σχέσεων”
“στενότητα οικονομικών πόρων”
“※ Ο διαχωρισμός των πολιτών σε ενοικιαστές γης και ενοικιαστές υποστατικών έγινε γιατί ο νόμος προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τη στενότητα στέγης προστατεύοντας τους πολίτες από εκμετάλλευση (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 9, 1991, σελ. 5658)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στενότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course