Meaning of Στενημαχίτης | Babel Free
/ste.ni.maˈçi.tis/Ορισμοί
-
αυτός που είναι κάτοικος της Στενημάχου demonym
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Δεκαοκτώ ήταν όλοι οι άντρες, ένας κι ένας όμως, τσολιάδες και Στενημαχίτες, που είχαν έλθει στη Μακεδονία με απόφαση να χτυπήσουν τους Βουλγάρους, παλικάρια αφοσιωμένα ως το θάνατο στον Αρχηγό τους.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.