HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στενάζω | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. αναστενάζω, βογκάω
  2. υποφέρω, ταλαιπωρούμαι
  3. βγάζω ήχο παρόμιο με του στεναγμού

Παραδείγματα

“※ Η Ουκρανία στα χρόνια της ενηλικίωσης του ποιητή στέναζε κάτω απ' το ζυγό της πιο σκληρής διακυβέρνησης του τσάρου Νικολάου Α'. (Έλλη Αλεξίου (1964) Ταράς Σεβτσένκο [δοκίμιο])”
“και των γλυκών αγέρηδων η πνοή κοιμίζει το πέλαο που στενάζει (Αίας Σοφοκλή, απόδοση Κ. Βάρναλης)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στενάζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course