Meaning of στενάζω | Babel Free
Ορισμοί
- αναστενάζω, βογκάω
- υποφέρω, ταλαιπωρούμαι
- βγάζω ήχο παρόμιο με του στεναγμού
Παραδείγματα
“※ Η Ουκρανία στα χρόνια της ενηλικίωσης του ποιητή στέναζε κάτω απ' το ζυγό της πιο σκληρής διακυβέρνησης του τσάρου Νικολάου Α'. (Έλλη Αλεξίου (1964) Ταράς Σεβτσένκο [δοκίμιο])”
“και των γλυκών αγέρηδων η πνοή κοιμίζει το πέλαο που στενάζει (Αίας Σοφοκλή, απόδοση Κ. Βάρναλης)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.