Meaning of στειλιαρώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
- θα στειλιαρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στειλιαρώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.