Meaning of στειλιάρι | Babel Free
Ορισμοί
- κυλινδρικό κομμάτι ξύλου, που αποτελεί αποσπώμενο τμήμα σε διάφορα εργαλεία, όπως το φτυάρι ή την αξίνα
-
στουρνάρι, αμόρφωτος figuratively
- βέργα δαρσίματος
Παραδείγματα
“(κατ’ επέκταση) ξύλο, ξυλοδαρμός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.