HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σταφυλικός | Babel Free

Adjective CEFR B2
/sta.fi.liˈkos/

Ορισμοί

  1. σχετικός με το σταφύλι
  2. που προφέρεται με τη σταφυλή
  3. που αφορά χημικές ουσίες που παράγονται κατά τη διαδικασία της οινοποίησης

Ισοδύναμα

English uvular

Παραδείγματα

“σταφυλική παραγωγή (η παραγωγή σταφυλιών)”
“το γαλλικό ⟨r⟩ είναι σταφυλικό παλλόμενο σύμφωνο που προφέρεται [ʁ] ( ^(ο ήχος του [ʁ] (βοήθεια·αρχείο)))”
“στα ελληνικά, δεν έχουμε σταφυλικά σύμφωνα”
“uvular consonant στην αγγλική Βικιπαίδεια”
“σταφυλικό οξύ, σταφυλική αλκοόλη”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σταφυλικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course