Meaning of σταφυλικός | Babel Free
/sta.fi.liˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με το σταφύλι
- που προφέρεται με τη σταφυλή
- που αφορά χημικές ουσίες που παράγονται κατά τη διαδικασία της οινοποίησης
Ισοδύναμα
English
uvular
Παραδείγματα
“σταφυλική παραγωγή (η παραγωγή σταφυλιών)”
“το γαλλικό ⟨r⟩ είναι σταφυλικό παλλόμενο σύμφωνο που προφέρεται [ʁ] ( ^(ο ήχος του [ʁ] (βοήθεια·αρχείο)))”
“στα ελληνικά, δεν έχουμε σταφυλικά σύμφωνα”
“uvular consonant στην αγγλική Βικιπαίδεια”
“σταφυλικό οξύ, σταφυλική αλκοόλη”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.