HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σταυροπόδι | Babel Free

Adverb CEFR B2
/sta.vɾoˈpo.ði/

Ορισμοί

έχοντας τα πόδια το ένα πάνω στο άλλο σταυρωτά, χιαστί

Ισοδύναμα

English cross-legged

Παραδείγματα

“※ Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σταυροπόδι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course