Meaning of σταυροκοπιέμαι | Babel Free
/sta.vɾo.koˈpçe.me/Ορισμοί
κάνω (συνήθως παραπάνω από μια φορά) το σταυρό μου, δηλαδή το σημείο του σταυρού επάνω μου, είτε από έκπληξη, είτε από δέος, φόβο κ.λπ.
Παραδείγματα
“※ Τρέχει ἔξω· κράζει τούς συντρόφους του. Γυρίζουν ἐκεῖνοι στίς φωνές, κοιτάζουν καί σταυροκοπιοῦνται. Ἄγγελος εἶναι, ἄνθρωπος εἶναι, δέν ξέρουν. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι φρεγάδες, 1894)”
“※ Σταυροκοπιοῦνται μέ τρομάρα πολλή, ἀρχινάει τά ξόρκια ὁ παπᾶς, καί τό σκυλί γένεται ἄνεμος κ' ἔσβυσε, γένεται μπουχός κ' ἐχάθη. (Κωστής Πασσαγιάννης, Βρυκόλακας, Παρνασσός Φιλολογικό Περιοδικό, τόμος 16, 1894, σελ. 843)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.