HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σταμπαρισμένος | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. τον έχουν υπ’ όψη τους οι αρχές, τον παρακολουθούν ως κακοποιό, του έχουν πάρει αποτυπώματα για την δράση του στο παρελθόν
  2. που είναι σημαδεμένος ότι ανήκει σε κάποιον ή ότι τον θέλει κάποιος
  3. που του έχουν εφαρμόσει στάμπα

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: σταμπωτός”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σταμπαρισμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course