Meaning of σταμπαρισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- τον έχουν υπ’ όψη τους οι αρχές, τον παρακολουθούν ως κακοποιό, του έχουν πάρει αποτυπώματα για την δράση του στο παρελθόν
- που είναι σημαδεμένος ότι ανήκει σε κάποιον ή ότι τον θέλει κάποιος
- που του έχουν εφαρμόσει στάμπα
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: σταμπωτός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.