Meaning of σταλαγμός | Babel Free
Ορισμοί
- το να σταλάζει κάποιο υγρό, να πέφτει στάγδην, σταγόνα σταγόνα
- το γείσο μιας στέγης απ’ το οποίο σταλάζουν τα όμβρια ύδατα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.