Meaning of σταδιοδρομία | Babel Free
/sta.ði.o.ðɾoˈmi.a/Ορισμοί
η εξέλιξη που έχει κάποιος στο επάγγελμά του, η πορεία του και η ανέλιξή σε ανώτερες βαθμίδες σ’ αυτό το επάγγελμα ή ασχολία
Παραδείγματα
“※ ώσπου στο τέλος αρκούντως μακρυμάλλης, γιεγιές κι αληταράς, γνώρισε το εβδομήντα, εβδομήντα ένα μια τρελιάρα που την παντρεύτηκε σε δυό μήνες κι αυτή ήταν η απαρχή μιας σταδιοδρομίας, τριών γάμων, τριών παιδιών και μιας μεσόκοπης μοναξιάς του φίλου μου του ακτινολόγου (Πάνος Θεοδωρίδης, Το ροκ των Μακεδόνων, εκδ. Ιανός, 1998, σελ. 145)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.