HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σπόρκος | Babel Free

Adjective CEFR B1

Ορισμοί

  1. ελλιπής
  2. ακάθαρτος, βρόμικος, ρυπαρός
  3. τιποτένιος, ελεεινός
    figuratively
  4. που έχει μολυνθεί, που βρίσκεται σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου (χολέρας κ.ά.)
    idiomatic
  5. που του λείπουν κάποια πράγματα, που δεν τα έχει τακτοποιήσει όλα
    vulgar
  6. σπόρκα: ψάρια δεύτερης διαλογής
    neuter, plural-only
  7. χαλασμένος

Παραδείγματα

“※ τρία φυσίγγια είχανε”
“και κείνα ήτανε σπόρκα”
“(Κυριάκος Δ. Κάσσης, Σατυρικός λόγος στη Μάνη : «Τσάτιρες», 1983, σελ. 197)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σπόρκος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course