Meaning of σπόρκος | Babel Free
Ορισμοί
- ελλιπής
- ακάθαρτος, βρόμικος, ρυπαρός
-
τιποτένιος, ελεεινός figuratively
-
που έχει μολυνθεί, που βρίσκεται σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου (χολέρας κ.ά.) idiomatic
-
που του λείπουν κάποια πράγματα, που δεν τα έχει τακτοποιήσει όλα vulgar
-
σπόρκα: ψάρια δεύτερης διαλογής neuter, plural-only
- χαλασμένος
Παραδείγματα
“※ τρία φυσίγγια είχανε”
“και κείνα ήτανε σπόρκα”
“(Κυριάκος Δ. Κάσσης, Σατυρικός λόγος στη Μάνη : «Τσάτιρες», 1983, σελ. 197)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.