Meaning of σπορκαρισμός | Babel Free
Ορισμοί
η διαδικασία που κάποιος τίθεται σε καραντίνα, προκειμένου να καθαρθεί ή να ιαθεί από μολυσματική νόσο (χολέρα κ.ά.)
dated
Παραδείγματα
“Ὁ ἀγαθὸς ἰατρὸς εἶχεν ἀνάψει τὸ μακρὸν τσιμπούκι του, μὲ τὸ ἠλέκτρινον στόμιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀχώριστον εἰς πᾶν ταξίδιόν του, καὶ τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς ἠδυνήθη νὰ μετάσχῃ τοῦ σπορκαρισμοῦ τοῦ κυρίου του. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Βαρδιάνος στα σπόρκα)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.