Meaning of σπετσιέρης | Babel Free
/speˈt͡sçe.ɾis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ο βοηθός του φαρμακοποιού, το παιδί-βοηθός που έπαιρνε οδηγίες από τον φαρμακοποιό για να κάνει κάποια δουλειά. Δεν είχε γνώσεις φαρμακολογίας, απλά ακολουθούσε τις εντολές και τις οδηγίες του φαρμακοποιού και έτριβε στο γουδί και ανακάτευε τα συστατικά για την παρασκευή των φαρμάκων dated
Παραδείγματα
“Χρουστάου διακόσιες δραμές στου Χαΐμ, στ' Λάρ'σα. Τι να 'κανα; Του κουρίτσι μ' είχι αρρουστήσ'. Έλιουνι, πέθνησκι. Του πήα στ' Λάρ' σα, στου γιατρό. Η γιατρός μι πήρε είκουσι δραμές. Η σπιτσέρης, τρανταπέντι. Μ' είπι, η γιατρός, να τ' δίνου, του κορ'τσιού, κάθε μέρα κρίας. Ξουδεύ'κα, χριώθ'κα, πνίγ'κα! Κι του χουράφ', δεν έδ' κι ούτε ιένα τρία... (Μ. Καραγάτσης, Το μπουρίνι)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.