Meaning of σπερμοθήκη | Babel Free
Ορισμοί
- όργανο θηλυκών ασπόνδυλων, στο οποίο διατηρείται το σπέρμα του αρσενικού
- μέρος σε φυτά (στα άνθη ή στους καρπούς) όπου περιέχονται σπέρματα του φυτού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.