Meaning of σπαρτιατικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπαρτιάτικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του σπαρτιατικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του σπαρτιάτικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του σπαρτιατική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπαρτιάτικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του σπαρτιατικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.