Meaning of σπέντζα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
πιπεριά idiomatic
- χρηματικός φόρος που καταβάλλονταν από χριστιανούς και εισπράττονταν από τους σπαχήδες, στα τιμάρια των οποίων εργάζονταν οι χριστιανοί
Παραδείγματα
“※ Η σπέντζα ήταν χρηματικός φόρος που εισέπρατταν οι σπαχήδες από τους εγκατεστημένους στα φέουδά τους χριστιανούς χωρικούς και ο οποίος ήταν ανάλογος με την έκταση και την ποιότητα του καλλιεργούμενου εδάφους αλλά και την οικογενειακή κατάσταση του φορολογουμένου. (Θεόδωρος Νημάς, «Η οθωμανική απογραφή του 1454/55 σε έντεκα χωριά του Νομού Τρικάλων στα ριζά των Χασίων: πληθυσμός, παραγωγή, ονόματα κατοίκων», Θεσσαλικά Μελετήματα, 8 (2018) 90)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.