Meaning of σοφιλιάζω | Babel Free
/so.fiˈʎa.zo/Ορισμοί
συνδυάζω δύο ανόμοια άτομα ή πράγματα με τέλεια σύνδεση
familiar, vulgar
Παραδείγματα
“※ Κάθε τόσο προσθήλιαζε ο Μανολιός το σκαλισμένο ξύλο στο πρόσωπό του, να δει αν σοφιλιάζει. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται [μυθιστόρημα])”
“※ Κι αυτός τα ξύλα τρύπησε και τα σοφίλιασε, / ταιριάζοντάς τα με ξύλινα καρφιά κι αρμούς”
“※ Όλο το Σύμπαντο το νιώθω να σοφιλιάζει απάνω μου και να με ακολουθάει σα σώμα. (Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική απόσπασμα@books.google)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.