Meaning of σουρλουλού | Babel Free
/suɾ.luˈlu/Ορισμοί
χαρακτηρίζεται έτσι μια επιπόλαιη και άμυαλη γυναίκα, που της αρέσει να τριγυρίζει
familiar, offensive
Παραδείγματα
“※ Κι όσο εγώ παρίστανα, που λες, τη σουρλουλού απ'τα μεγάλα σαλόνια -τρομάρα μου!- φτάνανε στον Περαία καραβιές οι ρημαγμένοι Μικρασιάτες (Αύγουστος Κορτώ, Ρένα, εκδ. Πατάκη, 2017)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.