Meaning of σουλιμάς | Babel Free
/su.liˈmas/Ορισμοί
-
αλοιφή για καλλωπισμό familiar, offensive
- ανδρικό επώνυμο
- χρωστική ουσία, παράγωγο του μολύβδου
Παραδείγματα
“παράγωγα: σουλιμαδού, σουλουμαδού”
“πολυλεκτικός όρος: κόκκινος σουλιμάς (οξείδιο του μολύβδου ή μίνιο)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.