Meaning of σοκολατερί | Babel Free
Ορισμοί
- κατάστημα ειδικευμένο στην παραγωγή ή πώληση σοκολάτας και συναφών γλυκισμάτων
- χώρος εστίασης όπου η σοκολάτα σερβίρεται σε ποικίλες μορφές ως κύριο ρόφημα ή γλύκισμα
-
σοκολατοβιομηχανία, σοκολατοποιία rare
Παραδείγματα
“※ Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.