Meaning of σοκαριστεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
- θα σοκαριστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σοκάρομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.