Meaning of σοβαρότερος | Babel Free
/so.vaˈɾo.te.ɾos/Ορισμοί
- που είναι πιο σοβαρός από κάποιον ή κάτι άλλο
- πιο ανησυχητικός, πιο βαρύς
Παραδείγματα
“Είναι σοβαρότερο άτομο από τον ξάδερφο του Παπαδάκη και καλύτερα να τον προσλάβεις αφήνοντας κατά μέρος τα ρυσφέτια.”
“Είναι δυστυχώς σοβαρότερης μορφής από του θείου, η πρόγνωση δεν είναι και τόσο καλή.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.