HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σμυριδοφύλακας | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

ο επιτετραμμένος, με ειδικά αστυνομικά καθήκοντα, ελέγχου οποιασδήποτε παραβατικότητας που προβλέπει η σχετική νομοθεσία περί της εξόρυξης και διάθεσης της "ναξίας σμύριδας", από τους χώρους εξόρυξης (σμυριδωρυχεία), μέχρι και τους χώρους παράδοσης ή φύλαξης (σμυριδαποθήκες)

dated

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σμυριδοφύλακας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course