Meaning of σμυριδεργατικός | Babel Free
Ορισμοί
ο σχετικός με τον σμυριδεργάτη, την εργασία, ασφάλεια, σύνταξη, υποχρεώσεις και δικαιώματά του
Παραδείγματα
“"σμυριδεργατικός νόμος, σμυριδεργατική κατάσταση πληρωμής, σμυριδεργατικό ένσημο ή δικαίωμα κ.λπ.,”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.