Meaning of Σκυλογιάννη | Babel Free
/sciˈlo.ʝa.ni/Ορισμοί
-
χωριό της Εύβοιας, πρώην ονομασία της Κηρίνθου dated
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σκυλογιάννης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σκυλογιάννης accusative, genitive, singular, vocative
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.