Meaning of σκούρα | Babel Free
/ˈsku.ɾa/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκούρος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (σκούρο) του σκούρος
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.