Meaning of σκουριασμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σκουριάσει, έχει οξειδωθεί
-
που έχει παλιές, απαρχαιωμένες αντιλήψεις σε κοινωνικά ζητήματα ή σε ζητήματα της δουλειάς, έχει "μείνει πίσω", δεν έχει επιμορφωθεί με τις νέες εξελίξεις επαγγελματικά figuratively
Ισοδύναμα
English
Rusty
Παραδείγματα
“※ 2022 Στέφανος Νικήτας, huffingtonpost.gr Ανακαλύφθηκε σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί πιθανώς Τούρκων πειρατών σε ελληνικό μοναστήρι, πρόσβαση: 9. 2. 2026”
“Παλιά μυαλά, σκουριασμένα, δε μπορείς να συνεννοηθείς”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.