HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκουριασμένος | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. που έχει σκουριάσει, έχει οξειδωθεί
  2. που έχει παλιές, απαρχαιωμένες αντιλήψεις σε κοινωνικά ζητήματα ή σε ζητήματα της δουλειάς, έχει "μείνει πίσω", δεν έχει επιμορφωθεί με τις νέες εξελίξεις επαγγελματικά
    figuratively

Ισοδύναμα

English Rusty

Παραδείγματα

“※ 2022 Στέφανος Νικήτας, huffingtonpost.gr Ανακαλύφθηκε σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί πιθανώς Τούρκων πειρατών σε ελληνικό μοναστήρι, πρόσβαση: 9. 2. 2026”
“Παλιά μυαλά, σκουριασμένα, δε μπορείς να συνεννοηθείς”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκουριασμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course