Meaning of σκουληκιάσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
- θα σκουληκιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκουληκιάζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.