Meaning of σκουληκαντέρα | Babel Free
Ορισμοί
- μεγάλου μεγέθους σκουλήκι
- σώμα μακρύ, κυλινδρικό και συνήθως εύκαμπτο που θυμίζει σκουλήκι, είτε έντερο λόγω σχήματος ή/και του τρόπου που αυτά αναδιπλώνονται
Ισοδύναμα
English
Earthworm
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.