Meaning of σκοτεινιάζω | Babel Free
Ορισμοί
-
κάνω κάτι (πιο) σκοτεινό literally, transitive
-
γίνομαι (πιο) σκοτεινός intransitive, literally
-
φαίνομαι στενοχωρημένος figuratively, intransitive
-
: νυχτώνει impersonal
Παραδείγματα
“※ Είδα τα πρόσωπά τους να σκοτεινιάζουν από ένα κράμα οργής και λύπης για την αχαριστία μου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.