Meaning of σκορπαλευρού | Babel Free
/skoɾ.pa.leˈvɾu/Ορισμοί
θηλυκό του σκορπαλευράς
familiar
Παραδείγματα
“※ ἐκτὸς ἄλλων εἶχε ρίψει μικράν τινὰ διαβολὴν εἰς ὑπήκοον τῆς πενθερᾶς της, ἐπὶ ἐλλείψει οἰκονομίας κατὰ τῆς ἀνδραδελφῆς της, καὶ τὴν εἶχε ὀνομάσει «σκορπαλευρού» […]”
“≋ ταυτόσημα: αλευροσκορπού”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.