Meaning of σκολιωτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με τη σκολίωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
- κάποιος που πάσχει από σκολίωση (για πρόσωπα)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.