HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκιαγραφικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τη σκιαγραφία / σκιαγράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που έχει σχέση με το σκιαγραφικό ή αναφέρεται σ’ αυτό
  3. σκιαγραφικό: (φαρμακευτική) ουσία που λαμβάνεται από ασθενή, για να διευκολυνθεί η απεικονιστική εξέταση

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκιαγραφικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course