Meaning of σκιαγραφικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με τη σκιαγραφία / σκιαγράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που έχει σχέση με το σκιαγραφικό ή αναφέρεται σ’ αυτό
- σκιαγραφικό: (φαρμακευτική) ουσία που λαμβάνεται από ασθενή, για να διευκολυνθεί η απεικονιστική εξέταση
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.