Meaning of σκιάξει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκιάζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
- θα σκιάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκιάζω
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.