HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκηνογραφία | Babel Free

Noun CEFR C1
/sci.no.ɣɾaˈfi.a/

Ορισμοί

  1. η τέχνη της δημιουργίας του σκηνικού, εντός του οποίου παίζεται ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο
  2. το σκηνικό
    broadly

Παραδείγματα

“※ Ο σκηνοθέτης (…) εκμεταλλεύεται όλους τους χώρους —εσωτερικούς και εξωτερικούς— του πύργου, κυκλικά. Άλλωστε η αλληλεπίδραση «χώρου–τέχνης» είναι η θεματική που διατρέχει φέτος τη «ραχοκοκαλιά» του Φεστιβάλ Νάξου. «Εμείς, λοιπόν, κρατάμε τη σχέση του ζευγαριού, όπως είχε δομηθεί στο αναλόγιο του Εθνικού Θεάτρου —όπου πρωτοπαρουσιάστηκε το "Balance" φέτος— αλλά προσαρμόζουμε το έργο στη φυσική σκηνογραφία του πύργου, με μια κυκλική αντιμετώπιση». (εφ. Ελευθεροτυπία, 13.08.2009)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκηνογραφία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course