Σημασία του σκαρφάλωσε | Babel Free
Ορισμοί
- γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
- β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.