Meaning of σκαλιστήρι | Babel Free
/ska.liˈsti.ɾi/Ορισμοί
εργαλείο για το σκάλισμα του κήπου και για άλλες γεωργικές εργασίες, το οποίο αποτελείται από ξύλινη λαβή και μεταλλικό τμήμα με μια απόληξη διχαλωτή και μια πεπλατυσμένη
Ισοδύναμα
English
Cultivator
Παραδείγματα
“Τὴν αὐγὴ πῆρα τὸ σκαλιστήρι μου, πῆγα εἰς τὸ περιβόλι μου καὶ δούλευα. (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Ἀπομνημονεύματα, βιβλίο Γ΄, κεφάλαιο 6ο, περίπου 1850)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.